ρεύω

ρεύω
(αόρ. έρεψα) 1. αμετ.
1) слабеть, истощаться (о силах); чахнуть; 2) рушиться, валиться, падать; 2. μετ. изнурять; губить (о болезни и т. п.); превращать в развалину; § τον έρεψε στο ξύλο он его избил до полусмерти

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "ρεύω" в других словарях:

  • ρεύω — Ν βλ. ρέβω …   Dictionary of Greek

  • ρεύω — βλ. ρέβω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ρέβω — και ρεύω Ν 1. γίνομαι ερείπιο, καταρρέω («έρεψε το σπίτι») 2. μτφ. καταβάλλομαι, εξαντλούμαι («έχει ρέψει από την πολλή δουλειά») 3. μτφ. καταπονώ, εξαντλώ κάποιον («τον έχει ρέψει η φτώχεια») 4. φρ. «το έρεψε στο ξύλο» το έδειρε μέχρι… …   Dictionary of Greek

  • γυρεύω — γῡρεύω , γυρεύω run round in a circle pres subj act 1st sg γῡρεύω , γυρεύω run round in a circle pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυρεύω — τῡρεύω , τυρεύω make cheese pres subj act 1st sg τῡρεύω , τυρεύω make cheese pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μπερδεύω — και μπερδένω και μπερδεύνω (Μ μπερδεύω και μπερδένω και μπερδεύνω και μπερδεύγω) 1. μπλέκω, περιπλέκω («μπέρδεψα το κουβάρι») 2. εμπλέκω κάποιον σε επιζήμια επιχείρηση, παρασύρω κάποιον σε κάτι κακό («τόν μπέρδεψαν σε βρομοδουλιές») 3. μτφ.… …   Dictionary of Greek

  • ρέβω — (ρέβω), έρεψα → δες έρεψα Σημειώσεις: (ρέβω) : σύμφωνα με το Ετυμολογικό Λεξικό του Ανδριώτη, προέρχεται από το έρρεψα < έρρευσα, αόρ. του αρχαίου ρ. ρέω, κατά το σχήμα έτριψα < τρίβω. Στη Μεγάλη Γραμματική του Τριανταφυλλίδη (1941, 347)… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»